miércoles, 14 de diciembre de 2016

STELIOS HOURMOUZIADIS


Stelios Hourmouziadis (Atenas, 1973) 



Αναξιόπιστη στύση

Είναι το πρωί
που ξαναμμένος
από τη βραδινή απραξία
απλώνομαι ανυπόμονα,
στ’ άκρα-το μέλι αναζητώντας.

Μεταξύ ύπνου και αυγής
ανόρεκτα με ψηλαφίζεις
έτσι από «πρέπει»
νομίζεις πως «μπορείς».

Κι όμως είναι αυτή σου η δύναμη,
αυτή που τόσο σ’ ανυψώνει,
που αποδεικνύεται απάτη
πόθου νωχελική ανάμνηση
κι έτσι κι εγώ αρνούμαι να ξυπνήσω.
  
Vaison-la-Romaine, 29.7.09


Erección poco fiable

Es por la mañana
cuando caliente
por la inactividad nocturna
me  alargo impacientemente,
el miel a los bordes buscando.

Entre sueño y alba
sin ganas me palpas
así porque “debes”
crees que “puedes”.

Mas es esa fuerza tuya,
la que tanto te eleva,
que resulta engaño
indolente recuerdo de pasión
y así yo me niego a despertar.


Vaison-la-Romaine, 29.7.09



2 φορές ανάποδα

Περίεργο.
Διπλή αναποδιά
η επανάληψη του ωραίου.


                                               Σε γράφω πρόχειρα,
                                               μετά να σε διαβάσω.
                                               Σε ξαναγράφω όμορφα,
                                               μα με το ίδιο λάθος.


            Σύμπτωση πτώσης.

Βερολίνο, 8.12.09

2 veces al revés


Extraño.
Doble adversidad
la repetición de lo bello.

                                               Te escribo en sucio,
                                               después para leerte.
                                               Te reescribo hermoso,
                                               mas con el mismo fallo.

            Casualidad de caída.


Berlín, 8.12.09



Café Quichnia

Στον απέναντι τοίχο
επένδυση πέτρας
με καθηλώνει.

Στον απέναντι τοίχο
δίχως ίχνος αντανάκλασης
προσπαθώ να με αναγνωρίσω:

Στο ζευγάρι που σφιχτά
κρατιέται μη χαθεί

Στη γυναίκα που
ηλεκτρονικά επικοινωνεί

Στην καρέκλα που
όσο κι αν είναι θελκτική
μένει πάντα μόνη

Στο πηρούνι που
ρυθμικά το πιάτο του φλερτάρει

Στο ποτήρι που
τα χείλη μου
άψυχα ακουμπά

Στο γλυκό που με
την πίκρα του καφέ
αδίκως σμίγει

Στα ψίχουλα που
η καθημερινή επανάληψη
πίσω μου αφήνει.

Σ’ αυτό το καφέ υπάρχω.
Σ’ αυτό το ξένο ξύλο
το βάρος μου κρεμάω…

Βερολίνο, 14.7.2009



Café Quichnia

En la pared de enfrente
revestimiento de piedra
me está clavando.

En la pared de enfrente
sin huellas de reflejos
esfuerzo reconocerme:

En la pareja que estrechamente
se agarra para no perderse

En la mujer que
electrónicamente se comunica

En la silla que
acogedora que sea
siempre se queda sola

En el tenedor que
rítmicamente su plato corteja

En el vaso que
mis labios
fríamente toca

En el dulce que con
la amargura del café
injustamente se une

En las migas que
la repetición diaria
deja atrás de mí.

En este café existo.
En esta madera ajena
mi peso cuelgo…


Berlín, 14.7.2009


No hay comentarios:

Publicar un comentario