miércoles, 13 de septiembre de 2017

STAMATIS POLENAKIS


STAMATIS POLENAKIS (Atenas, 1970) 




ΑΦΗΓΗΣΙΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΟΥ

Δια πυρός και σιδήρου
στη Βεγγάλη
ούτε ίχνος τίγρεων.

NARRATIO DE VIAJERO

A sangre y fuego
en Bengala
ni siquiera una huella de tigres.



*****



ΤΟΠΙΟ

Χιόνιζε έξω από το παράθυρό σου και ταυτοχρόνως
στα πιο μακρινά ημισφαίρια. Κυρίως άκουσα
χιόνιζε στην Plaza de la Republica, στα έρημα
τείχη της Ελσινόρης, στις κατασκότεινες όχθες,
στο πάρκο που το γνώριζες μόνο από τις αφηγήσεις
των εξόριστων.

PAISAJE

Nevaba fuera de tu ventana y simultáneamente
en los hemisferios más lejanos. Principalmente oí
nevaba en la Plaza de la República, en las desiertas
murallas de Elsinor, en las orillas tenebrosas,
en el parque que conociste sólo a través de las narraciones
de los exiliados.



*****


Ο ΜΕΡΚΑΝΤΕΡ ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΙΡΑ

Μοίρα μου είναι ο Μερκαντέρ, τα τραίνα που διασχίζουν
σφυρίζοντας τις χιονισμένες στέπες

Το Μεξικό μου θυμίζει όλο και περισσότερο τη Ρωσία:
όλους μας σκεπάζει μια ψιλή βροχή, δίπλα μου φτωχοί
άνθρωποι σκάβουν με τα νύχια τους το σκληρό χώμα, τρέ-
φονται με ρίζες και πέτρες αλλά τα χρόνια έλιωσαν σιγά-
σιγά μέσα μου τους αιώνιους πάγους· τώρα δεν είμαι παρά
ένας γέροντας εξόριστος που κυριεύεται τις νύχτες από ορά-
ματα· κουνέλια και κότες, αγαθά ζώα με παρηγορούν και
τρέφονται από το χέρι μου, πώς αλλιώς θα μπορούσε να
ζήσει ένας Ρώσος στο Κογιοακάν;

Τίποτα δεν μπορεί πια να με ξεγελάσει, ούτε καν η γαλή-
νη ετούτης της στιγμής, σήμερα ή αύριο το πολύ, θα έρθει
η νύχτα και θα μας σκεπάσει για πάντα, ω Νατάσα!

Το ξημέρωμα με βρίσκει όπως πάντα στη θέση μου, ανοί-
γω όλες τις πόρτες των κλουβιών περιμένοντας ότι θα επι-
στρέψουν κάποτε τα ωραία λευκά κουνέλια, θα έρθει μια
μέρα που κανείς πια δε θα μας θυμάται.
Εμάς που ζήσαμε σε τόσο ταραγμένους καιρούς.


MERCADER ES EL DESTINO

Mi destino es Mercader, los trenes que atraviesan 
silbando las estepas nevadas

México me recuerda cada vez más a Rusia: 
a todos nos cubre una lluvia fina, a mi lado hombres
pobres excavan con sus uñas la tierra dura, 
se alimentan de raíces y piedras pero los años descongelaron poco
a poco los eternos hielos dentro de mí; ahora no soy más que
un viejo exiliado que por las noches está poseído por vi-
siones; conejos y gallinas, animales bondadosos me consolan y 
se alimentan de mi mano, ¿cómo, si no, pudiera
vivir un ruso en Coyoakán?

No hay nada que me pueda engañar, ni siquiera la cal-
ma de ese momento, hoy o mañana como mucho, vendrá
la noche y nos cubrirá para siempre, ¡oh Natasa!

El amanecer me encuentra como siempre en mi puesto, a-
bro todas las puertas de las jaulas esperando a que re-
gresen en algún momento los lindos conejos albos, vendrá un 
día que nadie nos acordará.
Nosotros que hemos vivido en tiempos tan agitados.



*****


Απόσπασμα από το βιβλίο «Τα τριαντάφυλλα της Μερσέδες»

Αντίο Γρανάδα αντίο Μάλαγα αντίο Χαέν
πέφτουν οι πόλεις πίσω μας η μια μετά την άλλη
πέφτουν οι πόλεις
θ' αφήσω όλα τα ερωτήματα αναπάντητα
αγαθοί ηλικιωμένοι πολιτοφύλακες
της Guardia Civil
που τους έπιασε κι αυτούς στον ύπνο ο πόλεμος
πίνουν μαζί μας κρασάκι και τρώνε λουκάνικα
αλλά εγώ που βρέθηκα στα τοπία των μαχών
στη Χάραμα και στην Τερουέλ
εγώ που διάβηκα τον Έβρο ποταμό
κάτω από τη λάμψη των φωτοβολίδων
κάτω από το κροτάλισμα των εχθρικών πολυβόλων
εγώ που πίστεψα στην παγκόσμια επανάσταση
εγώ που έγραψα στο νερό ποιήματα
που δεν διάβασε ποτέ κανείς
εγώ ο τελευταίος επιζών της ταξιαρχίας Λίνκολν
δεν καταδέχομαι να παραδώσω το περίστροφο
με το οποίο πυροβόλησα κάποτε τους ουρανούς
και τους μακρινούς πλανήτες που περιστρέφονται
δεν καταδέχομαι να επιστρέψω στα παλιά τοπία
των μαχών
στη Χάραμα και στην Τερουέλ.
[…]

Fragmento del libro “Las rosas de Mercedes”

Adiós Granada adiós Málaga adiós Jaén
una tras otra se caen las ciudades detrás de nosotros
se caen las ciudades
dejaré todas las interrogaciones sin contestar
los bondadosos guardias ancianos
de la Guardia Civil
que también fueron hallados durmiendo por la guerra
toman con nosotros un vinito y comen salchichas
pero yo que me encontré en los paisajes de batallas
en Jarama y en Teruel 
yo que crucé el río Ebro 
bajo el brillo de los cohetes
bajo la ráfaga de las ametralladoras enemigas
yo que creí en la revolución mundial
yo que escribí sobre el agua poemas
que nadie jamás leyó
yo el último sobreviviente de la brigada Lincoln
no me digno a entregar el revólver
con el que una vez disparé a los cielos
y a los planetas lejanos que giran 
no me digno a regresar a los viejos paisajes 
de batallas
en Jarama y en Teruel.
[…]



*****


ΟΝΕΙΡΟ ΜΙΑΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΤΖΑΝΙΣ ΤΖΟΠΛΙΝ


Περπατούσαμε αργά, προχωρώντας ανάμεσα στα δύσβατα,
γεμάτα ραδιενέργεια, χωράφια. Εγώ ήξερα ότι δεν μας είχε δοθεί
παρά ελάχιστος χρόνος. Την παρακάλεσα να μου αφήσει κάτι φεύγοντας,
ένα τραγούδι ίσως, για αποχαιρετισμό. Εκείνη άρχισε να βγάζει ένα- ένα
τα ρούχα της, είδα ένα σώμα ισχνό, σημαδεμένο από φρικτά τραύματα, είδα
μια μεγάλη ανοιχτή πληγή πάνω στο ολόγυμνο στήθος. Της ζήτησα να με ακολουθήσει
μέχρι την άκρη του κόσμου. Τότε ψιθύρισε με την παλιά βραχνή της φωνή κάτι
εντελώς ακατάληπτο και μου πρόσφερε ένα δαχτυλίδι που τράβηξε απότομα
από το σκελετωμένο της δάχτυλο. Δεν ξέρω τι άλλο συνέβη εκείνη τη νύχτα, βρέθηκα
να περπατώ ολομόναχος κατά μήκος της εθνικής οδού κάτω από τη βροχή. Μπήκα
να διανυκτερεύσω σ` ένα άθλιο φωτισμένο μοτέλ. Πριν ξημερώσει ξαναπήρα
τον πανάρχαιο δρόμο για τη Δαμασκό.


SUEÑO DE UN ENCUENTRO CON JANIS JOPLIN

Andábamos lentamente, avanzando entre ásperos,
llenos de radiactividad, campos. Yo sabía que tan solo nos habían dado
poco tiempo. Le rogué que me dejara algo al irse,
una canción quizá, una despedida. Ella empezó a quitarse una por una
la ropa, vi un cuerpo flaco, marcado por heridas horribles, vi
una gran llaga abierta sobre el pecho totalmente desnudo. Le pedí que me
siguiera  
hasta los confines del mundo. Entonces me susurró con su voz ronca algo
completamente ininteligible y me ofreció un anillo que tiró de golpe
de su dedo descarnado. No sé qué más sucedió aquella noche, me encontré
caminando completamente solo a través de la carretera bajo la lluvia. Entré 
para pernoctar en un miserable motel iluminado. Antes del amanecer reemprendí
el camino vetusto hacia Damasko.



*Traducción de Natasa Lambrou




No hay comentarios:

Publicar un comentario