miércoles, 15 de noviembre de 2017

EVA PAVLIDOU


EVA PAVLIDOU



Πότε παύουν οι άνθρωποι να πονούν μαμά;
Αν γινόμασταν αόρατοι, πιστεύεις θα γλυτώναμε;
Αν κλαίγαμε όλοι μαζί λες να πνίγονταν ο πόνος μαμά;
Γιατί οι φόβοι δεν σβήνουν όταν μεγαλώνουμε μαμά;
Αν δεν υπήρχε το σκοτάδι θα φοβόμασταν ποτέ;
Αν ξέραμε το τέλος μας θα αντέχαμε τόσο μαμά;


Πες μου ένα παραμύθι μαμά.....που να έχει δράκους
πολλούς και τέρατα που στο τέλος πεθαίνουν.

Μ’αγαπάς μαμά;
Σ’αγαπάω μαμά....
..........................................
Καληνύχτα μαμά!



¿Cuándo dejan los hombres de doler mamá?
Si nos volviésemos invisibles, ¿crees que nos escaparíamos?
Si llorásemos todos a la vez ¿opinas que el dolor se ahogaría mamá?
¿Por qué los miedos no se borran cuando nos hacemos mayores  mamá?
¿Si no existiese la oscuridad nunca tendríamos miedo?
Si conociésemos nuestro final ¿resistiríamos tanto mamá?

Dime un cuento mamá… que tenga dragones
muchos y monstruos que al final mueren.

¿Me quieres mamá?
Te quiero mamá…
.....................................
¡Buenas noches mamá!


*****



{Παραλίγο άνθρωποι}

Κείνες τις μέρες, ο ήλιος είχε αγγίξει μ' ένα
ακαθόριστο θράσος το χώμα και το δειλινό είχε χάσει
τη γοητεία του.
Ο χειμώνας  γυμνός, άπλωνε τον ψυχρό του μανδύα
στον αέρα κι η μυρωδιά του παγετού κάλυπτε τη
νοτισμένη  ατμόσφαιρα.
Οι ποταμοί ξεχείλιζαν και ορμητικά χύνονταν, μαζί με
τις οδύνες του κόσμου, μέσα στις μαραγκιασμένες
ψυχές.
Οι νύχτες ήταν λιγότερο τρομακτικές από τις
μέρες, καθώς έκρυβαν την ασχήμια που κρεμόταν στα
πρόσωπα των διπλανών.
Ο ουρανός που ολοένα θέριευε, έβρεχε μονάχα
σύρματα κι εκείνα με αλαζονεία έσκιζαν τις σάρκες
των άπιστων.
Τα κορίτσια, φορούσαν σκισμένα φουστάνια και τ’
αγόρια με ματωμένα τα γόνατα έσκαβαν με τα νύχια
τους  στα γκρεμισμένα  σπίτια, αναζητώντας
απεγνωσμένα το μέλλον τους.
Θυμάμαι, μερόνυχτα περπατούσα σκυφτή, με τα χέρια
στις τσέπες, φοβούμενη μη δει κανείς τις τρύπες στην
παλάμη μου.
Τα μεσημέρια με σφαλιστά παράθυρα καθόμουν στο
ξύλινο τραπέζι κι έγραφα, ολοένα έγραφα επάνω στα
ξεθωριασμένα φύλλα, εκείνα τα πανάρχαια μυστικά
των γενναίων.
Και τα ασέληνα βράδια, βαθιά τα έθαβα στους κήπους
των νεκρών.
Ο καιρός κυλούσε ανελέητος κι ενώ τα νέα παρέμεναν
σκληρά,  δεν έκλαιγε κανείς. Τι θλιβερό!
Το ημερολόγιο έγραφε τη λέξη πόλεμος και κάθε
επόμενη σελίδα που γύριζα, έσταζε αίμα.
Τρόμαξα, δεν ήθελα να μάθω πια τι μέρα έχουμε, ούτε
τι μήνα.
Τι σημασία θα 'χε άλλωστε, αφού γατζώνονταν
στα αφτιά μου οι σάλπιγγες της καταστροφής;
Μιαν αυγή, μου χτύπησε την πόρτα η δυστυχία των
αγέννητων κι είχε το πρόσωπο της Παναγιάς.
Ξεγελάστηκα και της άνοιξα.
«Πώς με βρήκες ;» ...τη ρώτησα απορημένη.
Εκείνη αμίλητη, στεκόταν όρθια, με τα μακριά της
χέρια να κρέμονται σαν γυμνά κλαδιά πεθαμένων
δέντρων.
Μέσα στα μάτια της τα διάφανα, έτρεχαν ασταμάτητα
τυφώνες και εκρήξεις.
Και σαν ανταμώθηκαν τα βλέμματα μας, κύλησαν τα
δάκρυα ευθύς στα στεγνά μου χείλια.
Τρόμαξα..
Όσο κατάπινα σαν το νερό το κλάμα της, η στάχτη μου
'καιγε  τα σωθικά.
Πώς γίνηκε έτσι τούτος ο κόσμος; ..αναρωτήθηκα
θλιμένη.
Τα παιδιά χάνονται από τις γειτονιές κι οι
μελλοθάνατοι στρατιώτες παίρνουν τη θέση
τους, κλέβοντας τα φτερά από τις τσέπες τους.
Άτεγκτοι οι διαβάτες προσπερνούν το αιώνιο έγκλημα
και έχουν τα μάτια δεμένα με ένα κομμάτι ύφασμα
σκισμένο βίαια από τη ματωμένη ποδιά της μάνας.
Πώς θα 'ρθει η σωτηρία;
Ποιό να 'ναι το χρέος μας σε τούτη την περιπλάνηση;
Πες μου εσύ που γέννησες την ευσπλαχνία, γυναίκα
ολόφωτη.
Μα ξάφνου, χώμα το σώμα της γίνηκε και σωριάστηκε
μπροστά στα πόδια μου.
Και τότε, σιωπή απλώθηκε παντού.
Είναι από τότε που ένα πνιγηρό χάος αιωρείται στις
στέγες των σπιτιών και στα βουβά καμπαναριά.
Κι όλοι εμείς οι παραλίγο άνθρωποι, οπλίσαμε εκείνη
τη σκανδάλη που φύσηξε το θάνατο στον ώμο του
Θεού, αναζητώντας το μεγάλο θάμα!


{Casi Hombres}

Aquellos días, el sol había tocado con una
osadía indefinible la tierra y el ocaso había perdido
su encanto.
El invierno desnudo, extendía su frío manto
por el aire y el olor de la escarcha cubría la
atmósfera rociada.
Los ríos se desbordaban y con fuerza desembocaban, junto con
los pesares del mundo, dentro de las almas
secadas.
Las noches eran menos espeluznantes que los
días, mientras escondían la fealdad que se colgaba por los
rostros de los de al lado.
El cielo que cada vez se agigantaba más, llovía solamente
alambres y aquellos con arrogancia rompían las carnes
de los infieles.
Las chicas llevaban vestidos rotos y los
chicos con las rodillas sangrantes excavaban con sus uñas
las casas derribadas, buscando
inesperadamente su futuro.
Recuerdo, durante días y noches andaba inclinada, con las manos
en los bolsillos, temiendo que alguien viera las brechas en mi
palma.
A mediodías con ventanas herméticas me sentaba en
la mesa de madera y escribía, cada vez escribía más sobre las
hojas desteñidas, aquellos secretos  muy arcaicos
de los valientes.
Y las noches sin luna, las enterraba profundamente en los jardines
de los muertos.
El tiempo pasaba implacable y mientras las noticias permanecían
duras, nadie lloraba. ¡Qué triste!
La agenda escribía la palabra guerra y cada
página que pasaba, goteaba sangre.
Me asusté, ya no quería aprender en qué día estamos, ni
en qué mes.
¿Qué importancia tendría además, dado que se enganchaban
a mis orejas los clarines de la destrucción?
 Un alba, me llamó la puerta la miseria de los
no nacidos y tenía el rostro de la Virgen.
Me engañé y se la abrí.
“¿Cómo me encontraste?” … la pregunté perpleja.
Ella callada, estaba de pie, con sus manos
largas colgadas como ramas desnudas de árboles
muertos.
A sus ojos diáfanos, corrían sin parar
huracanes y explosiones.
Y cuando nuestras miradas se hallaron, rodaron las
lágrimas directamente por mis labios secos.
Me asusté..
Mientras tragaba como el agua su llanto, la ceniza me
ardía las entrañas.
¿Cómo se hizo aquel mundo?...me pregunté
triste.
Los chicos se pierden de las vecindades y los
soldados moribundos tomas su posición,
robando las alas de sus bolsillos.
Severos los caminantes pasan por el crimen eterno
y tienen los ojos atados con un trozo de tela
cortado violentamente del delantal sangrante de la madre.
¿Cómo vendrá la salvación?
¿Cuál será nuestro deber en aquel deambular?
Dime tú que has dado a luz a la compasión, mujer
llena de luz.
Mas de golpe, su cuerpo en tierra se convirtió y se desplomó
delante de mis pies.
Y entonces, silencio se extendió en todas partes.
Es desde entonces que un caos asfixiante se planea en los
tejados de las casas y en los campanarios callados.
Y todos nosotros los casi hombres, preparamos aquel
gatillo que sopló la muerte al hombro de
Dios, ¡buscando el gran milagro!



*Traducción de Natasa Lambrou



No hay comentarios:

Publicar un comentario